Εργασίες

 

 

Λαϊκός πολιτισμός και πολιτιστική κληρονομιά

Το έργο τέχνης όταν είναι σπουδαίο ή και αριστουργηματικό ξεφεύγει από τον ζωντανό οργανισμό της κοινωνικής ομάδας, του τόπου και του χρόνου που γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε και έρχεται να φωτίσει τον παγκόσμιο πολιτισμό.


Αποτελεί γεγονός ότι με τον όρο «Δημοτική Μουσική» η επικρατούσα ως και σήμερα στην κοινωνία αντίληψη περιγράφει - πάνω κάτω - μόνο ό,τι η σχολική φιλολογία, η ερασιτεχνική και επαγγελματική λαογραφία και τα μαζικά μέσα (με πρώτο και καλύτερο το φωνογραφικό δίσκο) έχουν παρουσιάσει. Δηλαδή μια κενή γραφικότητα ή μια πατριωτική σηματοδοσία. Αυτές οι παρουσιάσεις ευθύνονται για το γεγονός ότι κατά κανόνα, από καλλιτεχνική άποψη, η μουσική αυτή δεν εκτιμάται. Τα δημοτικά τραγούδια είναι συνδεδεμένα περισσότερο με πολλά άλλα και λιγότερο με τη μουσική τέχνη.

 


Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ζύμωση, η οποία καλλιεργεί μια καινούρια προσέγγιση της δημοτικής μουσικής, από την πλευρά των μουσικών. Νέοι μουσικοί μελετούν τις κατακτήσεις των παλαιών τεχνιτών σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο και για πρώτη φορά η δημοτική μουσική αποκτά εκπροσώπους που διεκδικούν για λογαριασμό της δικαιώματα Τέχνης, ενδιαφερόμενοι για την καλλιτεχνική της αξία, χωρίς δεσμεύσεις γραφικού, φολκλορικού ή μουσειακού τύπου.


Η μύηση στο όργανο γίνεται και με τον δάσκαλο. Προϋποθέτει μια δύσκολη διαδρομή κατάκτησης του τεχνικού μέρους, μια πορεία που συνεχίζεται και δεν έχει τελειωμό. Όταν, για παράδειγμα, ο φημισμένος Χρ. Ζώτος διδάσκει στο μαθητή του λαούτο και η απόσταση μεταξύ τους είναι μισό μέτρο δεν έχει σημασία αν βρίσκονται στο δωμάτιο που κάνουν ιδιαίτερο στην πρωτεύουσα ή δίπλα σε ένα ποτάμι στην εξοχή. Όταν δείχνει την κλίμακα φα ματζόρε, αυτή έχει ένα σι μπεμόλ. Αυτό ήταν έτσι και πριν διακόσια χρόνια, αυτό είναι και σήμερα, αυτό είναι και στην Ολλανδία. Υπάρχουν στη μουσική κάποιες φυσικές σταθερές αναλλοίωτες από το χρόνο και τον κάθε τόπο.

Αν η ελληνική μουσική παράδοση, μάς κληροδοτεί κάτι αξιόλογο που να ενδιαφέρει την μουσική ως Τέχνη και μάλιστα τέχνη σύγχρονη, αυτό πρέπει να αναζητηθεί:


Στα αριστουργηματικά έργα αγνώστων μελουργών και μαϊστόρων, πλούσιας και σύνθετης δομής, που εξελίχτηκαν στις διάφορες «μουσικές σχολές» της παράδοσης και που αποτελούν ανεκτίμητα κειμήλια μουσικής κληρονομιάς. Έργα πρότυπα και θεμελιώδη της παραδοσιακής οργανοπαιξίας, όπως η Γενοβέφα και η παπαδιά, το συρτό πολίτικο και ο ποταμός.


Στην τέχνη των μουσικών που εμπνέονται και συνεχίζουν μια παλαιά παράδοση και ειδικότερα πρέπει να στραφεί κανείς στις διαδικασίες που παράγουν την αντίληψη περί μελοποιίας του εμπειροτέχνη, όπως αυτή εμφανίζεται στον αυτοσχεδιασμό.


Στους μουσικούς δρόμους, τρόπους και Ήχους και στην διαστηματική συγκρότηση αυτών, καθώς και στις ιδιαιτερότητες στους ρυθμούς, στο χορό και τους σκοπούς της παράδοσης, που αποτελούν πόλο έλξης για την παγκόσμια μουσική και μουσικολογική κοινότητα.


Στα όργανα που εφευρέθηκαν ή κατασκευάζονται ή διασκευάζονται στην Ελλάδα, που εκτός της αυτονόητης συμβολής τους στην Ελληνική μουσική για το ιδιαίτερο ηχόχρωμά τους και τον ιδιαίτερο τρόπο καλλωπισμού και ανάλυσης του παραδοσιακού μέλους, προσελκύσουν σπουδαστές από το εξωτερικό.


Στο δημοτικό τραγούδι με την τεράστια φιλολογική αξία, που θα μπορούσε στις απλές μορφές του να αποτελέσει την βάση της μουσικής παιδείας, κατ’ αναλογία με την ελληνική γλώσσα, για λόγους οικειότητας άρα και ικανότητας απορρόφησης και αφομοίωσης της μουσικής πληροφορίας, μετουσιώνοντας τη σε γνώση. (H κατάκτηση της μητρικής μουσικής γλώσσας όχι απλά σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν όργανο σκέψης και συνειδητής επίδρασης στο περιβάλλον).

Αυτή η μουσική, εξεταζόμενη και από την σκοπιά του καλλιτέχνη δημιουργού, παρέχει ένα ανυπολόγιστης αξίας υλικό, τόσο για απλή παρουσίαση, όσο και για αξιοποίηση.
Κωτσίνης Γ.
Μουσικός