Ένα διαφορετικό βιογραφικό

 

 

 

Όταν ένας μουσικός δίνει ένα βιογραφικό σημείωμα συνηθίζει να παραθέτει τα σημεία που θα ήθελε να προσέξει όποιος το διαβάζει: με ποιους έχει παίξει (με έμφαση στα ‘ηχηρά’ ονόματα), πού έχει παίξει (και πάλι με έμφαση σε χώρους - ορόσημα, όπως το Ηρώδειο και το Μέγαρο Μουσικής). Κοντολογίς, στοιχεία που αναδεικνύουν την δουλειά του και σαν δείγματα αναγνώρισης και εκτίμησης της δουλειάς αυτής. Σίγουρα, το με ποιους συνεργάστηκες μιλάει εμμέσως για το ποιος είσαι, ιδίως αν πολλά από τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος στον καλλιτεχνικό αυτόν αγώνα, έχουν και την υπόσταση του δασκάλου. Ωστόσο, σε ένα βιογραφικό ‘ξεχνάμε’ να μιλήσουνε για το τί παίζουμε, δηλαδή τους μουσικούς σκοπούς και κομμάτια που - κυριολεκτικά - υπηρετούμε, καθώς και για το πώς το παίζουμε, ποιος μας το δίδαξε, πώς το είχαμε στο μυαλό μας… Την ιδέα μας.

Πιστεύω ότι τα πρόσωπα πρέπει να υπηρετούν την τέχνη αλλά και αυτή με τη σειρά της να εξυπηρετεί την λειτουργία στην οποία κάθε φορά εντάσσεται.

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την περιπέτεια που βίωσα μέσα από τη μουσική, ξεκινώντας από τη διαδρομή της μύησης και μελέτης της παράδοσης και της μουσικής αυτής. Θα θυμηθώ τα λόγια του «Πετρολούκα» που, κάποτε, όταν παίζαμε στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, βρήκε την ευκαιρία και μου είπε κάτι, που σίγουρα το είχε σχεδιάσει εκ των προτέρων για να μου το πει.

– Κωτσίνη μου, εγώ πότε - πότε «παίρνω» νότες που εσείς οι πιο καταρτισμένοι θεωρητικά μουσικοί, θα τις βρίσκατε λάθος. Άλλωστε κι εγώ δεν μπορώ να τις εξηγήσω, ούτε να τις βρω σωστές σύμφωνα με αυτά που ξέρω. Άλλοτε πάλι, διαλέγω να παίξω σε μια εύκολη «φωνή», γνωρίζοντας ότι κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να παίξουν κάτι παρόμοιο από πολύ πιο δύσκολο τρανσπόρτο, βοηθώντας και τους τραγουδιστές, αλλά και εντυπωσιάζοντας με της δεξιότητά τους αυτή, τους συναδέλφους. Εγώ λέω στον εαυτό μου ότι πρώτα - πρώτα, το κλαρίνο το παίζω για γούστο.

Κάπως έτσι ξεκίνησα κι εγώ το κλαρίνο. Όχι για να σώσω την παράδοση, ούτε για να εντυπωσιάσω τους γύρω μου, μουσικούς και κοινό. Πόσω μάλιστα, βέβαια, για να βγάλω χρήματα. Μικρό παιδάκι ήμουνα. Έλεγα μάλιστα: Εγώ να παίξω την Καραγκούνα; Ποτέ! Πωγώνι και ιδέα. Αυτά ήταν του γούστου μου.

Η μύηση στην παράδοση του Πωγωνίου ξεκίνησε παράλληλα στο σπίτι μου και στα χωριά μας. Στη Στρατίνιστα και τη Μέγγουλη. Χορό μας μάθαινε ο πατέρας μου, τις νύχτες του χειμώνα, ακούγοντας τις πλάκες από το πικ - απ. Αυτό ήταν το τέχνασμά του για να μας κάνει να ξεχνάμε ότι δεν είχαμε καλή θέρμανση στο σπίτι. Στα χωριά, το καλοκαίρι, πρώτοι στο χορό. Όχι μόνο στα δύο και στα τρία. Αλλά και τους παλιούς χορούς. Στη Μέγγουλη, το πήγαινα «μεγγουλίτικα» το βήμα. Αλλιώς. Προς τα πίσω και τραβηχτά. Με άλλο ύφος. Οι δύο Φώτηδες, ο Μάστορας από την Στρατίνιστα και ο Αθανασιάδης από την Μέγγουλη, στα κλαρίνα, ανταγωνίζονταν ποιος είναι ο καλύτερος και δίχαζαν τα χωριά.

– Ο δικός μας φυσάει πιο καλά.

– Αλλά ο δικός μας παίζει πιο παλιακά. Ξέρει και πιο πολλά γυρίσματα.

 

Ο ένας παίζει πιο «μαριόλικα», ο άλλος έχει «πιο πολλά δάχτυλα!» Τέτοιες ήταν οι κουβέντες που άκουγα από τους συγχωριανούς μου, μαζί με τα πρώτα βήματά μου στο χορό. Έτσι, σιγά - σιγά, την ‘ψώνισα’ κι εγώ. Είπα: Θα πάρω κλαρίνο. Αλλά ας ξεκινήσω με τη φλογέρα που έχουμε σπίτι. Μόνο Πωγωνίσια.

Μια μέρα ο παππούς μου, με πήγε στον Γαϊτάνο (στοά Ορφέως, στην Αθήνα, το 1981) και μου πήρε το κλαρίνο. «Ντο Μπουφέτ». Το κόστος ήταν τριάντα χιλιάδες δραχμές, αλλά τελικά μετά από παζάρι δώσαμε εικοσιεπτά χιλιάδες. Μεσημέρι το πήρα, μέχρι το βράδυ έπαιζα πενήντα τραγούδια. Αυτά που ήξερα στη φλογέρα. Ο ορισμός του αυτοδίδακτου, με άλλα λόγια.

Μια πρώτη σκέψη που μου πέρασε: Άραγε οι Φώτηδες ήταν αυτοδίδαχτοι; Και ο «Κιτσομάστορας»;Ο «Μιχαλημάστορας»; Ήταν οι πατεράδες τους. Κλαρινίστες κι αυτοί. Ο «Φιλιππαρούντας» (δάσκαλος και του «Πετρολούκα») που, όλοι λίγο ως πολύ πήγαιναν για να τους δείξει; Όχι βέβαια! Άρα, πρέπει να πάω σε δάσκαλο, να μάθω το όργανο σωστά. Μου λέγανε να μάθω τις κλίμακες.

Έτσι ξεκινά για μένα η δύσκολη διαδρομή κατάκτησης του τεχνικού μέρους του κλαρίνου, μια πορεία που συνεχίζεται ακόμα και σήμερα και δεν έχει τελειωμό. Μαθαίνοντας, κατάλαβα ότι με γοήτευαν τα παλιά κομμάτια. Η Μαριγάμπα, το Λεσκοβίκι… Κάποιος μου έλεγε: Τί τα θες αυτά; Ποιος θα στα ‘ζητήσει’; Εκείνον τον καιρό, διάβαζα το βιβλίο της Μαζαράκη, «Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα» και το «Θύμησες και σημειώσεις του Τάσου Χαλκιά». Τα διάβαζα αργά - αργά, πέντε σελίδες την ημέρα, σαν να μην ήθελα ποτέ να τελειώσουν, για να φαντάζομαι και να μου έρχονται οι ιδέες, αλλά και να ‘ντοπάρομαι’, ώστε να μην βαριέμαι την μελέτη του κλαρίνου. Όσο πιο αργά τα διάβαζα, τόσο πιο πολλή η μελέτη στο κλαρίνο. Έτσι, ενώ μελέταγα τις κλίμακες ή άλλες τεχνικές ασκήσεις, οι πληροφορίες από τα βιβλία που διάβαζα τριγύριζαν στο κεφάλι μου.

- Αυτό το κλαρίνο του «Μητσομπατζή» πρέπει να είναι ακόμα εκεί. Αφού το θάψανε μαζί του, το ’40, όταν σκοτώθηκε στο Μέτωπο.

- Αυτές οι ηχογραφήσεις του Νοτόπουλου που αναφέρεται ο «Τασοχαλκιάς», πρέπει να είναι πολύ σπουδαίες!

- Να ‘ταν ο «Κιτσοχαρισιάδης» ο καλύτερος όλων;

Μια μέρα στο καφενείο των μουσικών, στη Μενάνδρου, μου είπαν, τάχα μου, να δοκιμάσω ένα κλαρίνο. Ουσιαστικά ήθελαν να δουν τι έπαιζα. Εγώ τους έπαιξα την Φράσια αλά «Πετρολούκα». Μου είπαν ότι την πιο «τοποθετημένη» Φράσια την έπαιζε ο «Φιλιππαρούντας». Να την βρω, και από εκεί να την βγάλω καλύτερα. Ακούστηκε ο «Ναπολεωσαδεδίν», με τα μεγάλα φρύδια, να λέει με αυστηρό τόνο:

-Αφήστε τον «Πετρολούκα». Δεν πιάνεται. Αυτός είναι «ταχυδακτυλουργός». Σίγουρα υπάρχει κάποιο μυστικό που εμείς δεν το καταλαβαίνουμε από τη κασέτα. Πηδάει φωνές κι εμείς νομίζουμε ότι τις παίρνει όλες!

Πού έπαιζε όμως, ο συγχωρεμένος ο Ρούντας; Στη ραδιοφωνία. Ποιος θα την είχε άραγε την Φράσια; Βρήκα ένα τηλέφωνο.

– Καλησπέρα σας, είμαι ένας μαθητής κλαρίνου και θέλω την Φράσια του Ρούντα. Πότε να έρθω να την πάρω;

Η γέρικη φωνή στο τηλέφωνο έκανε πολύ ώρα να συνέλθει από το πρωτάκουστο αυτό θράσος. Τέλος ακούστηκε:

– Πέρασε από το σπίτι μου, που είναι και Σχολή. Έρσης και Πουλχερίας. Στο λόφο του Στρέφη. Θα ήθελα να σε γνωρίσω.

Πήγα την επόμενη μέρα. Ο γεράκος με συνεχάρη για τα ενδιαφέροντα μου και με μάλωσε με ευγένεια για το θράσος μου.

– Να κάτσεις να μάθεις σοβαρά τη μουσική. Να έρθεις εδώ, στη σχολή, να αρχίσεις από την αρχή την ελληνική μουσική, που κάνουμε σωστή δουλειά.

Την Φράσια τελικά δεν την πήρα ποτέ από αυτό το αρχείο κι εγώ, δεν πήγα ποτέ σε αυτή τη σχολή. Πάντως, το κομμάτι αυτό, έγινε αφορμή να γνωρίσω έναν μεγάλο δάσκαλο. Τον Σίμωνα Καρρά.

Έτσι, ξεκίνησα ψάχνοντας και μαζεύοντας ηχογραφήσεις, να φτιάχνω τη δικιά μου συλλογή. Μια συλλογή που σήμερα είναι αρκετά μεγάλη, με σπάνια και μεγάλης αξίας ηχογραφήματα. Για την ιστορία, την Φράσια του Ρούντα, την βρήκα τελικά, τότε, ψάχνοντας πολύ, σ’ ένα πραγματικά σπάνιο δίσκο. «Φράσια. Συνοδεία δημώδους ορχήστρας. Σόλο κλαρίνο: Φίλιππας Ρούντας».

Όταν μου ήρθε η όρεξη να σπουδάσω Βυζαντινή - ελληνική μουσική, η Φεβρωνία Ρεβύνθη, μαθήτρια του Καρρά, μου πρότεινε να ξεκινήσω τα μαθήματα με τον Λυκούργο Αγγελόπουλο και πήγα στο ωδείο Σκαλκώτα, όπου δίδασκε.

 

Μετά από χρόνια ξανασυνάντησα τον Καρρά, πραγματικά πολύ γέρο, γύρω στα ενενηνταπέντε του. Τον έφεραν να πάρει λίγο αέρα αλλά και να δει μια παράσταση με χορευτικά συγκροτήματα, στη Παλλήνη, της μαθήτριας της σχολής του, Τασίας Κοκκινέλη. Η κ. Τασία είχε κλείσει τους Φιλιππιδαίους, τον Αραπάκη, τον Καρατάσο, τον Γευγελή και εμένα. Κατέβηκα κάτω να του σφίξω το χέρι. Ο Αραπάκης (που δουλεύαμε μαζί εκείνη την περίοδο στον Δοϊτσίδη) με πιο πολύ θάρρος με σύστησε:

– Ο Γιωργάκης, που είναι και της Βυζαντινής!

Ακούγεται ο Καρράς να λέει:

– Δεν μαθαίνεις στις σχολές μουσική! Να βγείτε στα χωριά οι νέοι, να μάθετε όσο είναι καιρός!

Προσπάθησα να του θυμίσω ότι είχαμε γνωριστεί στο παρελθόν, ενώ έψαχνα την Φράσια.

– Την Φράσια του Ρούντα; Όλο αυτά μου αρέσει να ακούω αυτήν την περίοδο!

Ο Καρράς, γούσταρε στα ενενηνταπέντε του, να ακούει τον Φίλιππα Ρούντα.